ρύτιον

(I)
τὸ, Α
υποκορ. μικρό ποτήρι ή μικρό κέρας που καταλήγει σε οξύ άκρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥυτόν «είδος ποτηριού» + υποκορ. κατάλ. -ιον].
————————
(II)
τὸ, Α
(δωρ. τ.) βλ. ῥύσιον.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Gortys — Gesetzestext im Odeion von Gortys Gortys (altgriechisch Gortyn (Γορτύν) oder Gortyna (Γόρτυνα),[1] neugriechisch auch Gortys Γόρτυς) war eine antike Stadt im zen …   Deutsch Wikipedia

  • РИТИЙ —    • Rhytium,          ΄Ρύτιον, город на юге Крита (Ноm. Il. 2, 648), присоединенный гортинийцами к их области (Strab. 10, 479) …   Реальный словарь классических древностей

  • ρυσιάζω — και δωρ. τ. ῥυτιάζω Α [ῥύσιον / ῥύτιον] 1. σύρω κάτι με τη βία, αρπάζω κάτι ως λάφυρο, αποσπώ 2. διαρπάζω («ῥυσιάζειν τὴν πόλιν», Διόδ. Σικ.) 3. παθ. ῥυσιάζομαι (στη Ρώμη σχετικά με τους οφειλέτες) σύρομαι με τη βία 4. (το απαρμφ. μέσ. ενεστ.)… …   Dictionary of Greek

  • ρύσιον — και δωρ. τ. ῥύτιον, τὸ, Α [ῥυτός (ΙΙ)] 1. αυτό που αρπάζεται και σύρεται με τη βία και, ειδικότερα: α) το λάφυρο, η λεία («ὀφλὼν γὰρ ἁρπαγῆς τε καὶ κλοπῆς δίκην τοῡ ῥυσίου θ ἥμαρτε», Αισχύλ.) β) αυτό που λαμβάνεται ή κρατείται ως εγγύηση, το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.